ἀχθεινός


ἀχθεινός
ἀχθεινός, lästig, unangenehm. Adv., οὐκ ἀχϑεινῶς εἶδεν, nicht ungern

Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • αχθεινός — ἀχθεινός, ή, όν (Α) [άχθος] επαχθής, φορτικός …   Dictionary of Greek

  • ἀχθεινός — burdensome masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀχθεινά — ἀχθεινός burdensome neut nom/voc/acc pl ἀχθεινά̱ , ἀχθεινός burdensome fem nom/voc/acc dual ἀχθεινά̱ , ἀχθεινός burdensome fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀχθεινότερον — ἀχθεινός burdensome adverbial comp ἀχθεινός burdensome masc acc comp sg ἀχθεινός burdensome neut nom/voc/acc comp sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀχθεινόν — ἀχθεινός burdensome masc acc sg ἀχθεινός burdensome neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀχθεινότατα — ἀχθεινός burdensome adverbial superl ἀχθεινός burdensome neut nom/voc/acc superl pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀχθεινότατον — ἀχθεινός burdensome masc acc superl sg ἀχθεινός burdensome neut nom/voc/acc superl sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀχθειναί — ἀχθεινός burdensome fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀχθεινοῖς — ἀχθεινός burdensome masc/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀχθεινοῖσι — ἀχθεινός burdensome masc/neut dat pl (epic ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀχθεινοῦ — ἀχθεινός burdensome masc/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.